Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oligopoly
01
ολιγοπώλιο, δομή αγοράς με λίγους ανταγωνιστές
(economics) a market structure in which only a few competitors are involved but none of them have the overall control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oligopolies



























