oligopoly
o
ɑ:
α
li
λι
go
goʊ
γκου
po
πα
ly
li
λι
/ˌɒlɪɡˈɒpəli/

Ορισμός και σημασία του "oligopoly"στα αγγλικά

01

ολιγοπώλιο, δομή αγοράς με λίγους ανταγωνιστές

(economics) a market structure in which only a few competitors are involved but none of them have the overall control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oligopolies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store