Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oligarch
01
ολιγάρχης, μέλος της ολιγαρχίας
a member of a small group of people who control a country or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oligarchs
Παραδείγματα
The oligarch attended a private meeting with other leaders.
Ο ολιγάρχης παρακολούθησε μια ιδιωτική συνάντηση με άλλους ηγέτες.
Λεξικό Δέντρο
oligarchic
oligarch



























