Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oligarch
01
ολιγάρχης, μέλος της ολιγαρχίας
a member of a small group of people who control a country or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oligarchs
Παραδείγματα
Some oligarchs invest heavily in media companies.
Μερικοί ολιγάρχες επενδύουν έντονα σε εταιρείες μέσων ενημέρωσης.
Λεξικό Δέντρο
oligarchic
oligarch



























