oligarch
o
ˈɒ
o
li
li
garch
gɑ:k
gaak

Ορισμός και σημασία του "oligarch"στα αγγλικά

01

ολιγάρχης, μέλος της ολιγαρχίας

a member of a small group of people who control a country or organization 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
oligarchs
Παραδείγματα
The oligarch attended a private meeting with other leaders. 

Ο ολιγάρχης παρακολούθησε μια ιδιωτική συνάντηση με άλλους ηγέτες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

oligarchic
oligarch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store