old money
old
ˈoʊld
ουλντ
mo
μα
ney
ni
νι
/ˈəʊld mˈʌnɪ/

Ορισμός και σημασία του "old money"στα αγγλικά

01

παλιά χρήματα, κληρονομημένα χρήματα

wealth that has been inherited and not earned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store