Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Old man
01
γέρος, μπαμπάς
an informal term for your father
02
γέρος, παλιός
a familiar term of address for a man
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
old men
03
γέρος, αφεντικό
(slang) boss



























