Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Old maid
01
γριά παρθένα, ηλικιωμένη ανύπαντρη γυναίκα
an elderly unmarried woman
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
old maids
02
γριά παρθένα, το παιχνίδι της γριάς παρθένας
a simple card game that is typically played with a standard deck of 52 cards by two or more players, in which the objective is to avoid being left with the unpaired "Old Maid" card at the end of the game
03
γριά παρθένα, χαμένος στο παιχνίδι της γριάς παρθένας
the loser in a game of old maid



























