Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Old English Sheepdog
/ˈoʊld ˈɪŋɡlɪʃ ʃˈiːpdɑːɡ/
Old English Sheepdog
01
Παλιά Αγγλική Ποιμενική, Αρχαία Αγγλική Ποιμενική
a very large and shaggy English dog with a white and grayish coat that is used in herding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
Old English Sheepdogs



























