Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oil palm
01
φοινικόδεντρο ελαιοφορά, ελαίς
pinnate-leaved palms of the genus Elaeis having dense clusters of crowded flowers and bright red fruit and yielding high quality palm oils
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
plant
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil palms



























