Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oil paint
01
λαδομπογιά, λάδι
a thick paint that has oil in it, allowing artists to mix colors and work in layers to achieve the desired effects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil paints
Παραδείγματα
The artist preferred using oil paint for their portraits due to its versatility and ability to capture subtle nuances of light and shadow.
Ο καλλιτέχνης προτιμούσε τη χρήση ελαιοχρωμάτων για τα πορτρέτα του λόγω της ευελιξίας τους και της ικανότητάς τους να καταγράφουν τις λεπτές αποχρώσεις φωτός και σκιάς.
02
ελαιογραφία, έλαιο σε καμβά
a painting created using oil-based pigments as the medium
Παραδείγματα
The gallery displayed several oil paints by Renaissance masters.
Η γκαλερί παρουσίασε πολλά λαδογραφίες από τους δασκάλους της Αναγέννησης.
03
λαδομπογιά, τεχνική της λαδομπογιάς
the technique or practice of painting using oil-based pigments
Παραδείγματα
She studied oil paint at the academy for three years.
Μελέτησε τη ζωγραφική με λάδι στην ακαδημία για τρία χρόνια.



























