oil company
oil
ˈɔɪl
oyl
com
kʌm
kam
pa
ny
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "oil company"στα αγγλικά

01

εταιρεία πετρελαίου, εταιρεία πώλησης πετρελαίου

a company that sells oil 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil companies
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store