Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oil company
01
εταιρεία πετρελαίου, εταιρεία πώλησης πετρελαίου
a company that sells oil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil companies



























