oil colour
oil
ˈɔɪl
oyl
co
ka
lour

Ορισμός και σημασία του "oil colour"στα αγγλικά

01

λαδομπογιά

oil paint containing pigment that is used by an artist 
oil colour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oil colours
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store