ohmmeter
ohm
əʊəm
ewem
me
mi:
mi
ter

Ορισμός και σημασία του "ohmmeter"στα αγγλικά

01

ωμόμετρο, μετρητής αντίστασης

a device used for measuring electrical resistance in a circuit, stated in ohms 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ohmmeters
Παραδείγματα
He used an ohmmeter to check the resistance of the circuit. 

Χρησιμοποίησε ένα ωμόμετρο για να ελέγξει την αντίσταση του κυκλώματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store