Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Offense
01
προσβολή, βλασφημία
any type of behavior or expression that is disrespectful, hurtful, or unpleasant towards another person or group of people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
offenses
Παραδείγματα
Her comment was seen as an offense, though it wasn’t intended to be hurtful.
Το σχόλιό της θεωρήθηκε προσβολή, αν και δεν είχε σκοπό να πληγώσει.
02
παράβαση, έγκλημα
any act that is against a law
Παραδείγματα
Shoplifting is considered a criminal offense in most countries.
Η κλοπή από κατάστημα θεωρείται ποινικό αδίκημα στις περισσότερες χώρες.
03
προσβολή, θυμός
a feeling of anger caused by being offended
Παραδείγματα
The army launched an offence to regain control of the occupied region.
Ο στρατός ξεκίνησε μια επίθεση για να ανακτήσει τον έλεγχο της κατεχόμενης περιοχής.
05
επίθεση, επιθετική
(in sports) the players of a team who are trying to score against the rival team
Παραδείγματα
The team's offense dominated the game with three touchdowns in the first quarter.
Η επίθεση της ομάδας κυριάρχησε στο παιχνίδι με τρία τακλνταουν στο πρώτο δεκάλεπτο.
Λεξικό Δέντρο
offenseless
offensive
offense



























