Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Odontalgia
01
οδονταλγία, πόνος δοντιού
an ache localized in or around a tooth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
odontalgias
LanGeek



























