Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Odometer
01
οδόμετρο, μετρητής χιλιομέτρων
a device in a vehicle that measures the distance traveled by counting the number of rotations of a vehicle's wheels
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
odometers
Παραδείγματα
The odometer reset to zero after the vehicle's battery was replaced.
Το οδόμετρο επαναφέρθηκε στο μηδέν μετά την αντικατάσταση της μπαταρίας του οχήματος.



























