Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Odium
01
μίσος, απέχθεια
an intense sense of dislike that is accompanied with repulsion
Παραδείγματα
The band's new album has been met with odium from critics and fans alike.
Το νέο άλμπουμ του συγκροτήματος συναντήθηκε με odium από τους κριτικούς και τους θαυμαστές alike.
02
το μίσος, η απέχθεια
a strong and widespread feeling of hatred or disgust directed toward a person, group, or thing as a result of their own actions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
odiums
Παραδείγματα
His dishonesty and deceitful behavior earned him the odium of his colleagues.
Η ανειλικρίνεια και η παραπλανητική συμπεριφορά του του χάρισαν το μίσος των συναδέλφων του.



























