Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oddball
01
ιδιόρρυθμος, παράξενος
a person seen as noticeably strange, unconventional, or out of step with normal social behavior
Dialect
American
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oddballs
Παραδείγματα
He shows up early, leaves late, and talks to himself like an oddball.
Εμφανίζεται νωρίς, φεύγει αργά και μιλάει στον εαυτό του σαν ένας παράξενος.
Λεξικό Δέντρο
oddball
odd
ball



























