Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Occupation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
occupations
Παραδείγματα
Teaching is a rewarding occupation that allows educators to make a positive impact on young minds.
Η διδασκαλία είναι μια ανταμοιβή επάγγελμα που επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς να έχουν θετική επίδραση στα νεανικά μυαλά.
02
κατοχή, κατάληψη
the act of taking or holding a building
Παραδείγματα
The occupation of the house began after the protest.
Η κατάληψη του σπιτιού ξεκίνησε μετά τη διαμαρτυρία.
Παραδείγματα
The country's occupation by foreign forces lasted for several years, leading to significant political and social upheaval.
Η κατοχή της χώρας από ξένες δυνάμεις διήρκεσε για αρκετά χρόνια, οδηγώντας σε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις.
3.1
κατοχή, ανάληψη ελέγχου
the state or period in which a country, city, etc. is taken control of by armed forces
Παραδείγματα
The occupation of the city by enemy forces lasted for nearly a decade, during which the local population suffered greatly.
Η κατοχή της πόλης από τις εχθρικές δυνάμεις διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία, κατά την οποία ο τοπικός πληθυσμός υπέφερε πολύ.
04
απασχόληση, χόμπι
any activity or pursuit that engages a person's attention or time
Παραδείγματα
Sudoku is a simple mental occupation.
Το Sudoku είναι μια απλή διανοητική απασχόληση.
Λεξικό Δέντρο
occupational
preoccupation
occupation



























