occupation
o
ˌɒ
o
ccu
kjʊ
kyoo
pa
ˈpeɪ
pei
tion
ʃən
shēn
occultation

Ορισμός και σημασία του "occupation"στα αγγλικά

01

επάγγελμα, δουλειά

a person's profession or job, typically the means by which they earn a living 
occupation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
occupations
Παραδείγματα
Teaching is a rewarding occupation that allows educators to make a positive impact on young minds. 

Η διδασκαλία είναι μια ανταμοιβή επάγγελμα που επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς να έχουν θετική επίδραση στα νεανικά μυαλά.

02

κατοχή, κατάληψη

the act of taking or holding a building 
Παραδείγματα
The occupation of the house began after the protest. 

Η κατάληψη του σπιτιού ξεκίνησε μετά τη διαμαρτυρία.

03

κατοχή

the act of invading and controlling a country, city, etc. 
Παραδείγματα
The country's occupation by foreign forces lasted for several years, leading to significant political and social upheaval. 

Η κατοχή της χώρας από ξένες δυνάμεις διήρκεσε για αρκετά χρόνια, οδηγώντας σε σημαντικές πολιτικές και κοινωνικές αναταράξεις.

3.1

κατοχή, ανάληψη ελέγχου

the state or period in which a country, city, etc. is taken control of by armed forces 
Παραδείγματα
The occupation of the city by enemy forces lasted for nearly a decade, during which the local population suffered greatly. 

Η κατοχή της πόλης από τις εχθρικές δυνάμεις διήρκεσε σχεδόν μια δεκαετία, κατά την οποία ο τοπικός πληθυσμός υπέφερε πολύ.

04

απασχόληση, χόμπι

any activity or pursuit that engages a person's attention or time 
Παραδείγματα
Sudoku is a simple mental occupation. 

Το Sudoku είναι μια απλή διανοητική απασχόληση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

occupational
preoccupation
occupation
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store