LanGeek
Dictionary
Μάθηση
Εφαρμογή για Κινητά
Επικοινωνήστε μαζί μας
Αναζήτηση
Obsessiveness
/ɒbsˈɛsɪvnəs/
/əbsˈɛsɪvnəs/
Noun (1)
Ορισμός και Σημασία του "obsessiveness"
Obsessiveness
ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΌ
01
extreme compulsiveness
word family
obsess
obsess
Verb
obsessive
Adjective
obsessiveness
Noun
Παράδειγμα
Συναφή Λέξεις
obsessively
obsessive-compulsive personality
obsessive-compulsive disorder
obsessive-compulsive
obsessive
obsessivity
obsidian
obsolesce
obsolescence
obsolescent
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Κατεβάστε την Εφαρμογή
English
Français
Española
Türkçe
Italiana
русский
українська
tiếng Việt
हिन्दी
العربية
Filipino
فارسی
bahasa Indonesia
Deutsch
português
日本語
汉语
한국어
język polski
Ελληνικά
اردو
বাংলা
Nederlandse taal
svenska
čeština
Română
Magyar
Copyright © 2024 Langeek Inc. | All Rights Reserved |
Privacy Policy
Copyright © 2024 Langeek Inc.
All Rights Reserved
Privacy Policy
Κατεβάστε την Εφαρμογή
Κατεβάστε
Download Mobile App