oatmeal
Pronunciation
/ˈoʊtˌmiɫ/

Ορισμός και σημασία του "oatmeal"στα αγγλικά

01

βρώμη, κουάκερ

a thick, soft food from ground oats, eaten usually for breakfast
Dialectamerican flagAmerican
porridgebritish flagBritish
oatmeal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She starts her day with a warm bowl of oatmeal topped with fresh berries.
Ξεκινάει την ημέρα της με ένα ζεστό μπολ βρώμης σκεπασμένο με φρέσκα μούρα.
01

γκρι-μπεζ με πράσινη απόχρωση, μπεζ-γκριζωπό με πράσινη υποτονικότητα

having a grayish-beige color with a green undertone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most oatmeal
συγκριτικός βαθμός
more oatmeal
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

oatmeal

oat

+

meal

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store