Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Oath
01
όρκος, επίσημη υπόσχεση
a serious promise or statement made by someone to tell the truth, often with the belief that breaking the promise will have serious consequences
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oaths
Παραδείγματα
Breaking an oath can lead to severe consequences and loss of trust.
Η παραβίαση ενός όρκου μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές συνέπειες και απώλεια εμπιστοσύνης.
02
όρκος, βρισιά
a rude or offensive word used to express surprise or anger
Παραδείγματα
An oath slipped from his lips as he struggled to fix the computer.
Ένας βρισιά ξέφυγε από τα χείλη του καθώς παλεύει να φτιάξει τον υπολογιστή.
03
όρκος, επίσημη υπόσχεση
a solemn promise, usually invoking a divine witness, regarding your future acts or behavior



























