Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nouveau-riche
01
νεόπλουτος
a person who has suddenly risen to a higher economic status but has not gained social acceptance of others in that class
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nouveaux-riches
nouveau-riche
01
νεόπλουτος
characteristic of someone who has risen economically or socially but lacks the social skills appropriate for this new position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nouveau-riche
συγκριτικός βαθμός
more nouveau-riche
διαβαθμίσιμο



























