nourished
Pronunciation
/ˈnɝɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "nourished"στα αγγλικά

01

θρεμμένος, καλά θρεμμένος

well-fed and receiving proper nutrients for healthy growth and development
nourished definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nourished
συγκριτικός βαθμός
more nourished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The doctor recommended a diet rich in fruits and vegetables to keep her body nourished and strong.
Ο γιατρός συνέστησε μια δίαιτα πλούσια σε φρούτα και λαχανικά για να διατηρήσει το σώμα της θρεμμένο και δυνατό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store