Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Auditorium
01
αμφιθέατρο, αίθουσα θεατών
the part of a theater, concert hall, or other venue where the audience sits to watch a performance
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auditoriums
Παραδείγματα
The auditorium was filled to capacity with eager spectators awaiting the start of the theatrical production.
Το αμφιθέατρο ήταν γεμάτο μέχρι τελευταίας θέσης με ανυπόμονους θεατές που περίμεναν την έναρξη της θεατρικής παραγωγής.
02
αμφιθέατρο, αίθουσα συναυλιών
a large building or hall where people are gathered to attend a concert, public speech, play, etc.
Dialect
American
Παραδείγματα
The concert was held in the grand auditorium downtown.
Η συναυλία πραγματοποιήθηκε στο μεγάλο αμφιθέατρο στο κέντρο της πόλης.



























