Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Auditor
01
οικονομικός ελεγκτής, έλεγχος
a person whose job is to look into the financial statements of a company or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
auditors
02
ακροατής, ακουστής
someone who listens attentively
03
ακροατής, μη εγγεγραμμένος φοιτητής
a student who attends a course but does not take it for credit
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
auditor
audit



























