Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Audition
01
ακρόαση
a meeting during which actors, singers, or dancers show their skills and abilities in front of casting directors, producers, or other decision-makers to be considered for a role in a production
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
auditions
Παραδείγματα
Auditions for the school play were open to all students, regardless of their experience level.
Οι ακροάσεις για το σχολικό έργο ήταν ανοιχτές σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το επίπεδο εμπειρίας τους.
02
ακοή
the ability to hear; the auditory faculty
to audition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
audition
γ΄ ενικό πρόσωπο
auditions
ενεστώτα μετοχή
auditioning
απλός αόριστος
auditioned
παθητική μετοχή
auditioned
Παραδείγματα
They asked him to audition again with a different monologue.
Τον ζήτησαν να κάνει ακρόαση ξανά με ένα διαφορετικό μονόλογο.
Λεξικό Δέντρο
audition
audit



























