Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nose ring
01
δαχτυλίδι μύτης, σκουλαρίκι μύτης
a ring worn in a person's nose as decoration or put in an animal's nose to lead it
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nose rings
Παραδείγματα
Her sparkling diamond nose ring caught everyone's attention at the party.
Το λαμπερό διαμαντένιο δαχτυλίδι της μύτης της τράβηξε την προσοχή όλων στο πάρτι.



























