Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to audit
01
ελέγχω, αξιολογώ
to perform an official examination or review of a company's financial records or accounts to ensure accuracy and compliance
Transitive: to audit financial records
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
audit
γ΄ ενικό πρόσωπο
audits
ενεστώτα μετοχή
auditing
απλός αόριστος
audited
παθητική μετοχή
audited
Παραδείγματα
The accountant audited the company's financial records to ensure compliance with tax regulations.
Ο λογιστής έκανε έλεγχο στα οικονομικά αρχεία της εταιρείας για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους φορολογικούς κανονισμούς.
02
παρακολουθώ ένα μάθημα χωρίς πιστωτικές μονάδες, παρακολουθώ ένα μάθημα ως ακροατής
to attend a class or course for personal enrichment or review without receiving academic credit
Transitive: to audit a course or class
Παραδείγματα
Despite already graduating, she decided to audit the advanced physics course for her own interest.
Παρά το γεγονός ότι είχε ήδη αποφοιτήσει, αποφάσισε να ελέγξει το μάθημα της προηγμένης φυσικής για το δικό της ενδιαφέρον.
Audit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
audits
Παραδείγματα
The company underwent an audit to ensure compliance with financial regulations.
Η εταιρεία υπέβαλε σε έλεγχο για να διασφαλίσει τη συμμόρφωση με τους οικονομικούς κανονισμούς.
02
έλεγχος, επιθεώρηση
a systematic review of a condition, situation, or process
Παραδείγματα
The hospital conducted an audit of its patient care procedures.
Το νοσοκομείο πραγματοποίησε έλεγχο των διαδικασιών φροντίδας ασθενών του.
Λεξικό Δέντρο
audition
auditive
auditor
audit



























