to audit
Pronunciation
/ˈɑdɪt/

Ορισμός και σημασία του "audit"στα αγγλικά

to audit
01

ελέγχω, αξιολογώ

to perform an official examination or review of a company's financial records or accounts to ensure accuracy and compliance
Transitive: to audit financial records
to audit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
audit
γ΄ ενικό πρόσωπο
audits
ενεστώτα μετοχή
auditing
απλός αόριστος
audited
παθητική μετοχή
audited
Παραδείγματα
The professor audits the student's research papers regularly.
Ο καθηγητής ελέγχει τα ερευνητικά έγγραφα των φοιτητών τακτικά.
02

παρακολουθώ ένα μάθημα χωρίς πιστωτικές μονάδες, παρακολουθώ ένα μάθημα ως ακροατής

to attend a class or course for personal enrichment or review without receiving academic credit
Transitive: to audit a course or class
Παραδείγματα
They will audit the economics seminar next semester to broaden their knowledge of financial markets.
Θα ελέγξουν το σεμινάριο οικονομικών το επόμενο εξάμηνο για να διευρύνουν τις γνώσεις τους για τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
01

έλεγχος, οικονομικός έλεγχος

a formal inspection of a business's financial records to see if they are correct and accurate or not
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
audits
Παραδείγματα
The IRS conducted a tax audit to verify the accuracy of the individual's tax returns.
Το IRS πραγματοποίησε έναν έλεγχο φορολογικής δήλωσης για να επαληθεύσει την ακρίβεια των φορολογικών δηλώσεων του ατόμου.
02

έλεγχος, επιθεώρηση

a systematic review of a condition, situation, or process
Παραδείγματα
The committee conducted an audit of environmental practices.
Η επιτροπή διεξήγαγε έλεγχο των περιβαλλοντικών πρακτικών.

Λεξικό Δέντρο

audition
auditive
auditor
audit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store