Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
non-standard
01
μη τυποποιημένο, αποκλίνον από το πρότυπο
deviating from the established standard or norm
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most non-standard
συγκριτικός βαθμός
more non-standard
διαβαθμίσιμο
02
μη τυποποιημένο, διαφορετικό από το πρότυπο
varying from or not adhering to a standard
03
μη τυποποιημένο
not conforming to the language usage of a prestige group within a community



























