Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no-go
01
αδύνατος, απαγορευμένος
used to emphasize that something is completely impossible or prohibited
Idiom
Informal
Παραδείγματα
After hearing about the new policy, smoking in the building is a definite no go.
Αφού άκουσαν για τη νέα πολιτική, το κάπνισμα στο κτίριο είναι σίγουρα απαγορευμένο.
02
μη λειτουργικό, ακατάλληλο
not functioning properly or in suitable condition for proceeding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most no-go
συγκριτικός βαθμός
more no-go
διαβαθμίσιμο



























