Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Attic
01
σοφίτα, υπερώο
an area or room directly under the roof of a house, typically used for storage or as an additional living area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
attics
Παραδείγματα
She converted the attic into a cozy home office with skylights and built-in shelves.
Μετέτρεψε τη σοφίτα σε ένα άνετο γραφείο στο σπίτι με φωταγωγούς και ενσωματωμένες ράφες.
02
αττική, αττικό πάτωμα
(in architecture) a low wall or façade above the entablature that conceals the roof
Παραδείγματα
The building's attic rises above the main cornice.
Το αττικό του κτιρίου υψώνεται πάνω από τον κύριο γείσο.
03
κεφάλι, κούτελο
the head of a human
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He banged his attic on the low doorway.
Χτύπησε το κεφάλι του στη χαμηλή πόρτα.
04
η αττική διάλεκτος, η ιωνική-αττική διάλεκτος
the form of Ancient Greek spoken and written in Attica, Athens, and Ionia
Παραδείγματα
Scholars study Attic to understand classical Greek literature.
Οι λόγιοι μελετούν την αττική για να κατανοήσουν την κλασική ελληνική λογοτεχνία.
attic
01
αττικός, από την Αττική
relating to Attica, its people, or the classical Athenian dialect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Attic art influenced the architecture of many Greek temples.
Η αττική τέχνη επηρέασε την αρχιτεκτονική πολλών ελληνικών ναών.



























