Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nincompoop
01
ανόητος, βλάκας
a person who acts in a foolish way, often lacking common sense
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nincompoops
Παραδείγματα
Even though he was known as the office nincompoop, his colleagues appreciated his lightheartedness.
Αν και ήταν γνωστός ως ο ηλίθιος του γραφείου, οι συνάδελφοί του εκτιμούσαν την αβαρεσία του.



























