nihilist
nihi
ˈnaɪɪ
naii
list
lɪst
list
trialist

Ορισμός και σημασία του "nihilist"στα αγγλικά

01

μηδενιστής, αναρχικός

a person who supports the absence of organized government or authority 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nihilists
Παραδείγματα
The nihilist passionately argued against the establishment of any form of government. 

Ο μηδενιστής υποστήριξε με πάθος κατά της δημιουργίας οποιασδήποτε μορφής κυβέρνησης.

02

μηδενιστής, πρόσωπο μηδενιστής

a person who denies or rejects all established beliefs and values, especially in morality and religion 
Παραδείγματα
Despite growing up in a religious household, she later became a vocal nihilist. 

Παρόλο που μεγάλωσε σε ένα θρησκευτικό νοικοκυριό, αργότερα έγινε μια φωναχτή μηδενίστρια.

Λεξικό Δέντρο

nihilistic
nihilist
nihil
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store