Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nightspot
01
νυχτερινό κλαμπ, κέντρο διασκέδασης
a spot that is open late at night and that provides entertainment (as singers or dancers) as well as dancing and food and drink
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nightspots
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nightspot
night
spot



























