niece
niece
ni:s
νισ
ness

Ορισμός και σημασία του "niece"στα αγγλικά

01

ανιψιά, κόρη του αδελφού ή της αδελφής μας

our sister or brother's daughter, or the daughter of our husband or wife's siblings 
niece definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
nieces
αρσενικό ενικό
nephew
θηλυκό ενικό
niece
neutral form
nibling
Παραδείγματα
He loves spending time with his niece, teaching her how to play guitar. 

Αγαπά να περνάει χρόνο με την ανιψιά του, διδάσκοντάς της να παίζει κιθάρα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store