Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Newsprint
01
χαρτί εφημερίδας, τυπογραφικό χαρτί
an affordable, uncoated paper with a rough texture, commonly used for printing newspapers due to its lightweight and absorbent properties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The local newspaper printed on newsprint, giving it a characteristic rough feel.
Η τοπική εφημερίδα τυπώθηκε σε χαρτί εφημερίδας, δίνοντάς της μια χαρακτηριστική τραχιά αίσθηση.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
newsprint
news



























