Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
New Zealander
01
Νεοζηλανδός, Νεοζηλανδέζα
a native or inhabitant of New Zealand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
New Zealanders
new zealander
01
νεοζηλανδικός, σχετικός με τη Νέα Ζηλανδία
referring to something or someone that is of or related to New Zealand
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The New Zealander rugby team is known for its strong international presence.
Η ομάδα ράγκμπι Νέας Ζηλανδίας είναι γνωστή για τη δυνατή διεθνή της παρουσία.



























