Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
New World
01
Νέος Κόσμος, Κόσμος Νέος
a term used to refer to the Central, North and South America, in the past
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek



























