Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
neurotic
01
νευρωτικός, νευρωματικός
displaying patterns of thought, behavior, or emotion typical of neurosis
Παραδείγματα
Neurotic habits often stem from underlying anxiety.
Οι νευρωτικές συνήθειες συχνά προέρχονται από υποκείμενο άγχος.
02
νευρωτικός, ανήσυχος
experiencing significant emotional instability or anxiety
Παραδείγματα
He displayed neurotic reactions to minor setbacks.
Επίδειξε νευρωτικές αντιδράσεις σε μικρές αναποδιές.
Neurotic
01
νευρωτικός, νευρωτική
someone who suffers from a neurosis
Παραδείγματα
The film 's protagonist is a neurotic struggling with daily life.
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας νευρωτικός που αγωνίζεται με την καθημερινή ζωή.
Λεξικό Δέντρο
neurotic
neurot



























