neurotic
neu
νου
ro
ˈrɑ
ρα
tic
tɪk
τικ
/njuːɹˈɒtɪk/

Ορισμός και σημασία του "neurotic"στα αγγλικά

01

νευρωτικός, νευρωματικός

displaying patterns of thought, behavior, or emotion typical of neurosis
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most neurotic
συγκριτικός βαθμός
more neurotic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Neurotic habits often stem from underlying anxiety.
Οι νευρωτικές συνήθειες συχνά προέρχονται από υποκείμενο άγχος.
02

νευρωτικός, ανήσυχος

experiencing significant emotional instability or anxiety
Παραδείγματα
He displayed neurotic reactions to minor setbacks.
Επίδειξε νευρωτικές αντιδράσεις σε μικρές αναποδιές.
01

νευρωτικός, νευρωτική

someone who suffers from a neurosis
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
neurotics
Παραδείγματα
The film 's protagonist is a neurotic struggling with daily life.
Ο πρωταγωνιστής της ταινίας είναι ένας νευρωτικός που αγωνίζεται με την καθημερινή ζωή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store