neuronal
neu
njʊ
νγου
ro
ˈrəʊ
ρεου
nal
nəl
ναλ

Ορισμός και σημασία του "neuronal"στα αγγλικά

01

νευρωνικός, σχετικός με νευρώνες

of or relating to neurons 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
biology, medicine, neuroscience

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

neuronal
neuron
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store