naval commander
na
ˈneɪ
nei
val
vəl
vēl
co
mman
mɑ:n
maan
der

Ορισμός και σημασία του "naval commander"στα αγγλικά

Naval commander
01

ναυτικός διοικητής, ναύαρχος

naval officer in command of a fleet of warships 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
naval commanders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store