Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Naval commander
01
ναυτικός διοικητής, ναύαρχος
naval officer in command of a fleet of warships
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
naval commanders
LanGeek



























