Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nautical
01
ναυτικός, σχετικός με τη θάλασσα
related to ships, navigation, or the sea
Παραδείγματα
The captain navigated the ship using nautical instruments like a compass.
Ο καπετάνιος πλοήγησε το πλοίο χρησιμοποιώντας ναυτικά όργανα όπως μια πυξίδα.



























