Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nauseate
01
προκαλώ ναυτία, προκαλώ αηδία
to make someone feel very disgusted, often in a moral sense
Transitive: to nauseate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nauseate
γ΄ ενικό πρόσωπο
nauseates
ενεστώτα μετοχή
nauseating
απλός αόριστος
nauseated
παθητική μετοχή
nauseated
Παραδείγματα
Their rude behavior at the party was enough to nauseate most of the guests.
Η αγενής συμπεριφορά τους στο πάρτι ήταν αρκετή για να προκαλέσει αηδία στους περισσότερους καλεσμένους.
02
προκαλώ ναυτία, με κάνει να αισθάνομαι άσχημα
to cause someone to feel sick or queasy
Transitive: to nauseate sb
Παραδείγματα
The strong smell of gasoline nauseated her as soon as she entered the garage.
Η δυνατή μυρωδιά της βενζίνης την έκανε να νιώθει ναυτία μόλις μπήκε στο γκαράζ.
Λεξικό Δέντρο
nauseated
nauseating
nauseate



























