Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to nauseate
01
προκαλώ ναυτία, προκαλώ αηδία
to make someone feel very disgusted, often in a moral sense
Transitive: to nauseate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nauseate
γ΄ ενικό πρόσωπο
nauseates
ενεστώτα μετοχή
nauseating
απλός αόριστος
nauseated
παθητική μετοχή
nauseated
Παραδείγματα
The ongoing conflict has nauseated many observers.
Η συνεχιζόμενη σύγκρουση έχει προκαλέσει αηδία σε πολλούς παρατηρητές.
02
προκαλώ ναυτία, με κάνει να αισθάνομαι άσχημα
to cause someone to feel sick or queasy
Transitive: to nauseate sb
Παραδείγματα
The graphic details in the medical report nauseated her.
Οι γραφικές λεπτομέρειες στην ιατρική αναφορά την έκαναν να νιώσει ναυτία.
Λεξικό Δέντρο
nauseated
nauseating
nauseate



























