to nauseate
Pronunciation
/ˈnɔziˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "nauseate"στα αγγλικά

to nauseate
01

προκαλώ ναυτία, προκαλώ αηδία

to make someone feel very disgusted, often in a moral sense
Transitive: to nauseate sb
to nauseate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nauseate
γ΄ ενικό πρόσωπο
nauseates
ενεστώτα μετοχή
nauseating
απλός αόριστος
nauseated
παθητική μετοχή
nauseated
Παραδείγματα
The ongoing conflict has nauseated many observers.
Η συνεχιζόμενη σύγκρουση έχει προκαλέσει αηδία σε πολλούς παρατηρητές.
02

προκαλώ ναυτία, με κάνει να αισθάνομαι άσχημα

to cause someone to feel sick or queasy
Transitive: to nauseate sb
to nauseate definition and meaning
Παραδείγματα
The graphic details in the medical report nauseated her.
Οι γραφικές λεπτομέρειες στην ιατρική αναφορά την έκαναν να νιώσει ναυτία.

Λεξικό Δέντρο

nauseated
nauseating
nauseate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store