naturopath
na
ˈneɪ
nei
tu
ʧə
chē
ro
path
ˌpɑ:θ
paath

Ορισμός και σημασία του "naturopath"στα αγγλικά

01

νατουροπαθητικός, επαγγελματίας φυσικής ιατρικής

a health practitioner who treats illnesses using natural remedies, rather than artificial drugs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
naturopaths
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store