Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Natural resource
01
φυσικός πόρος, φυσικός πόρος
resources (actual and potential) supplied by nature
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
φυσικός πόρος, φυσικός πόρος
LanGeek