Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Natural language
01
φυσική γλώσσα, φυσική ομιλία
any human language that has developed organically over time for communication purposes, distinguishing it from constructed or artificial languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























