Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Native orange
01
γηγενές πορτοκάλι, μικρό
a small, tart berry used in indigenous Australian cuisine and valued for its culinary versatility
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
native oranges



























