mythology
my
mi
tho
ˈθɒ
tho
lo
gy
ʤi
ji
mycology

Ορισμός και σημασία του "mythology"στα αγγλικά

01

μυθολογία

a collection of ancient myths, particularly one that belongs to a group of people and their history, etc. 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mythologies
Παραδείγματα
Greek mythology includes stories of gods, goddesses, and heroes such as Zeus, Athena, and Hercules. 

Η ελληνική μυθολογία περιλαμβάνει ιστορίες θεών, θεών και ηρώων όπως ο Δίας, η Αθηνά και ο Ηρακλής.

02

μυθολογία, μελέτη των μύθων

the academic study or analysis of myths 
Παραδείγματα
She specialized in the mythology of ancient Greece. 

Ειδικεύτηκε στη μυθολογία της αρχαίας Ελλάδας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

mythologic
mythologist
mythology
mytho
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store