Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mythologize
01
μυθοποιώ, μυθολογώ
to create or embellish a story or a person's life with mythological or heroic elements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mythologize
γ΄ ενικό πρόσωπο
mythologizes
ενεστώτα μετοχή
mythologizing
απλός αόριστος
mythologized
παθητική μετοχή
mythologized
02
μυθοποιώ, δημιουργώ μύθο
construct a myth
Λεξικό Δέντρο
demythologize
mythologization
mythologize
mytho



























