Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mutate
01
μεταλλάσσω, προκαλώ γενετικές αλλαγές
to cause genetic changes
Transitive: to mutate genes or cells
Παραδείγματα
The goal of the experiment was to mutate the cells and observe the resulting changes in the organisms.
Ο στόχος του πειράματος ήταν να μεταλλάξει τα κύτταρα και να παρατηρήσει τις προκύπτουσες αλλαγές στους οργανισμούς.
02
μεταλλάσσομαι, βιώνω γενετικές αλλαγές
to experience genetic changes
Intransitive
Παραδείγματα
The influenza virus tends to mutate regularly, making it a challenge to predict and prevent.
Ο ιός της γρίπης τείνει να μεταλλάσσεται τακτικά, γεγονός που καθιστά πρόβλημα την πρόβλεψή του και την πρόληψή του.
Λεξικό Δέντρο
mutation
mutate
mute



























