Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mutate
01
μεταλλάσσω, προκαλώ γενετικές αλλαγές
to cause genetic changes
Transitive: to mutate genes or cells
Παραδείγματα
Exposure to radiation can potentially mutate cells and lead to genetic changes.
Η έκθεση σε ακτινοβολία μπορεί δυνητικά να μεταλλάξει κύτταρα και να οδηγήσει σε γενετικές αλλαγές.
02
μεταλλάσσομαι, βιώνω γενετικές αλλαγές
to experience genetic changes
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mutate
γ΄ ενικό πρόσωπο
mutates
ενεστώτα μετοχή
mutating
απλός αόριστος
mutated
παθητική μετοχή
mutated
Παραδείγματα
Over time, certain organisms may mutate to adapt to environmental pressures.
Με το πέρασμα του χρόνου, ορισμένοι οργανισμοί μπορεί να μεταλλάσσονται για να προσαρμοστούν στις περιβαλλοντικές πιέσεις.
Λεξικό Δέντρο
mutation
mutate
mute



























