Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to muster
01
συγκεντρώνω, συγκαλώ
to gather individuals, like military or jury duty personnel, to fulfill their assigned duties
Transitive: to muster a group of people
Παραδείγματα
The general mustered all his troops for the final attack.
Ο στρατηγός συγκέντρωσε όλα τα στρατεύματά του για την τελική επίθεση.
02
συγκεντρώνω, συγκαλώ
to gather or summon for a specific purpose or action
Transitive: to muster sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
muster
γ΄ ενικό πρόσωπο
musters
ενεστώτα μετοχή
mustering
απλός αόριστος
mustered
παθητική μετοχή
mustered
Παραδείγματα
She could barely muster a smile after hearing the news.
Μόλις και μετά βίας μπόρεσε να συγκεντρώσει ένα χαμόγελο αφού άκουσε τα νέα.
Muster
01
συγκέντρωση, ομάδα
a gathering or assembly of animals, especially livestock or fowl, for the purpose of counting, inspection, or branding
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
musters
02
στρατολογία, υποχρεωτική στρατιωτική θητεία
compulsory military service
03
συγκέντρωση
a gathering of military personnel for duty



























